|
Απόψεις
Απειλεί η φτώχεια την
Ελλάδα;
Μια «ανήθικη» παραδοχή
Του Θόδωρου Σακελλαρόπουλου

Η απειλή του φαινομένου της φτώχειας και στον ελληνικό χώρο καταγράφεται
μέσα από ένα πλήθος στατιστικών στοιχείων που βλέπουν κατά καιρούς το
φως της δημοσιότητας. Ελληνικές και ευρωπαϊκές στατιστικές έρευνες,
περιοδικές έρευνες της κοινής γνώμης ιδιωτικών εταιρειών και
δημοσκοπήσεις υπογραμμίζουν σταθερά και με έντονο τρόπο ότι η φτώχεια
διογκώνεται στη χώρα μας. Ανεξάρτητα από τα επιμέρους συμβατικά κριτήρια
που χρησιμοποιεί κανείς για να μετρήσει τη φτώχεια (το 60% του μέσου
εισοδήματος), όλα τα αποτελέσματα υπογραμμίζουν με διαφορετικό τρόπο και
από διαφορετικές οπτικές την επέλευση του κινδύνου. Σταχυολογούμε
ορισμένες διαπιστώσεις αυτών των μετρήσεων και ερευνών: το 1/3 των
Ελλήνων ζει με λιγότερο από 470 ευρώ μηνιαίως, ενώ το 1/5 των παιδιών
ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Περίπου 18.000 άτομα σιτίζονται από
συσσίτια της Εκκλησίας και των δήμων. Τα μεγαλύτερα ποσοστά φτώχειας
αφορούν τους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών, τους άνεργους και τους νέους.
Αυξάνει ο αριθμός των φτωχών εργαζομένων, καθώς πλησιάζει το ½
εκατομμύριο.
* Ο φόβος...
Ωστόσο, πέρα από αυτούς τους αριθμούς, τους οποίους μπορεί να
αμφισβητήσει κανείς, το πλέον δηλωτικό του φαινομένου είναι ο φόβος για
τον κίνδυνο της φτώχειας που καταγράφεται στις έρευνες της κοινής
γνώμης. Το 2007 σε έρευνα της Κάπα Research το 60% των πολιτών δήλωναν
ότι ζουν με τον φόβο της φτώχειας, ενώ το 50% αυτών ότι φοβούνται τα
τυχαία γεγονότα που πιθανόν να τους φέρουν σε κατάσταση φτώχειας. Το
εντυπωσιακότερο όμως είναι ότι σχεδόν τα 2/3 των ερωτηθέντων πολιτών
πιστεύουν ότι οι κοινωνικές ανισότητες και η φτώχεια θα αυξηθούν στο
μέλλον. Είμαστε δηλαδή μια κοινωνία που δεν ζει απλώς σε ένα περιβάλλον
κινδύνων, αλλά μια κοινωνία που ζει με φόβους. Είμαστε τελικά μια
κοινωνία που φοβάται.
Οι φόβοι αυτοί εστιάζονται κυρίως στην αύξηση της σχετικής φτώχειας. Αν
και η απόλυτη φτώχεια δείχνει όλο και πιο πολύ το σκληρό πρόσωπό της
στην καθημερινότητα, με τους αστέγους, τους ζητιάνους κ.ά. να αυξάνουν,
η προϊούσα έκπτωση των μεσαίων στρωμάτων, η ανεργία των νέων, η
διεύρυνση της φτώχειας στους ηλικιωμένους, παραπέμπουν στη διόγκωση της
σχετικής φτώχειας, δηλαδή στην αδυναμία πολλών οικογενειών και
κοινωνικών στρωμάτων να ικανοποιήσουν τις ανάγκες που απορρέουν από το
δεδομένο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής μας. Ανάγκες τις
οποίες κάλυπταν ικανοποιητικά σε κάποια προηγούμενη περίοδο. Η αύξηση
της σχετικής φτώχειας αποτελεί πλέον δυναμίτη στα θεμέλια της κοινωνικής
συνοχής και της κοινωνικής ανάπτυξης, γεγονός που υποδηλώνει τις μεγάλες
αλλαγές που επέρχονται και στο πολιτικό σκηνικό.
* ...οι αιτίες και...
Και πάλι με στοιχεία των ερευνών της κοινής γνώμης, η μεγάλη πλειονότητα
των Ελλήνων συνδέει τον κίνδυνο της φτώχειας με τη συγκυρία. Τα μεγάλα
εξωτερικά ρεύματα της παγκοσμιοποίησης, της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, του
ανταγωνισμού των ξένων οικονομιών, της μετανάστευσης θεωρούνται ως
βασικές αιτίες αλλαγής των όρων ζωής τους. Αυτά τα ρεύματα προκαλούν
εσωτερικές αντιδράσεις που μειώνουν την οικονομική και κοινωνική
προστασία που απολάμβαναν τα εργαζόμενα και μεσαία στρώματα μέχρι
πρόσφατα. Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, η αστάθεια των
χρηματιστηρίων, η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση, η αύξηση των επιτοκίων
εντείνουν την οικονομική ανασφάλεια και τους φόβους, αλλά ταυτόχρονα
μειώνουν τα εισοδήματα και το επίπεδο της ευημερίας των πολιτών. Από την
άλλη, οι νέες θέσεις εργασίας, τα νέα μεσαία στρώματα δεν παράγουν
κάποια οικονομική και κοινωνική δυναμική που θα μπορούσε να μεταβάλει το
κλίμα και να μετουσιωθεί σε μια συνολική οικονομική και κοινωνική
αισιοδοξία.
* ...η αντιμετώπιση
Ιστορικά, η σημερινή αντιμετώπιση του προβλήματος της φτώχειας διεκδικεί
μεταξύ άλλων μια μεγάλη πρωτοτυπία. Η φτώχεια δεν διαπιστώνεται a
posteriori ως γεγονός όπως την επαύριον της βιομηχανικής επανάστασης,
αλλά προαναγγέλλεται a priori ως εξέλιξη. Διεθνείς Οργανισμοί, όπως το
ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα, επιχειρούν προβλέψεις, εκπονούν προγράμματα
με μελλοντικές προβλέψεις και δημιουργούν ταμεία για την καταπολέμηση
της φτώχειας. Μεγάλες επιχειρήσεις με αίσθημα αυτοκριτικής πλέον
ανακαλύπτουν την κοινωνική τους ευθύνη και δημιουργούν δίκτυα για την
καταπολέμηση της φτώχειας. Εθνικές κυβερνήσεις, όπως η ελληνική,
αναγγέλλουν και θεσμοθετούν ειδικά ταμεία για την καταπολέμηση της
φτώχειας. Παράλληλα με όλα αυτά, αμφισβητούνται άκριτα οι κλασικές δομές
κοινωνικής προστασίας που μετρίαζαν τις κοινωνικές ανισότητες και τη
φτώχεια, ενώ παραμελείται ο στόχος των διεθνών ρυθμίσεων και της
αναπτυξιακής βοήθειας που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν εργασιακά και
κοινωνικά δικαιώματα σε όλο τον κόσμο.
Βέβαια, αυτές καθεαυτές οι προβλέψεις και όλα τα σχετικά προγράμματα
είναι επωφελή και χρήσιμα. Είναι όμως και ανησυχητικά για τον μέσο
άνθρωπο, διότι αναφέρονται σε μια παραδοχή: ότι η φτώχεια είναι η μοίρα
ενός τμήματος των συνανθρώπων μας τόσο παγκοσμίως όσο και στην Ελλάδα.
Και αυτή η παραδοχή είναι βαθύτατα ανήθικη. Είναι μια παραδοχή που
αποτελεί στίγμα για τον σύγχρονο υλικό και πνευματικό πολιτισμό μας,
καθώς αμφισβητεί ευθέως αξίες και δικαιώματα στα οποία αυτός ο
πολιτισμός στηρίζεται. Η καταπολέμηση της φτώχειας όμως πρέπει να
αναζητηθεί σε πολιτικές και οράματα πέρα από τις δομές που την παράγουν,
διότι τελικός σκοπός μιας δίκαιης κοινωνίας πρέπει να είναι η προάσπιση
της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ο κ. Θεόδωρος Σακελλαρόπουλος είναι
καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και Αντιπρόεδρος του ΙΣΤΑΜΕ |
|








|